Αντιναύαρχος Πέτρος Βούλγαρης ΠΝ
Διατελέσαντες Αρχηγοί ΓΕΝ

Γεννήθηκε στην Ύδρα στις 13 Σεπτεμβρίου 1883. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στις 10 Οκτωβρίου 1899 και αποφοίτησε στις 16 Ιουλίου 1903 ως μάχιμος Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 29 Μαρτίου 1910, σε Υποπλοίαρχο στις 2 Ιουνίου 1913 και σε Υποπλοίαρχο Α΄Τάξεως στις 16 Ιουλίου 1916. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1916 προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα και κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Στις 26 Δεκεμβρίου 1917 προήχθη σε Πλωτάρχη, αναδρομικά από τις 3 Μαρτίου 1917, και στις 22 Μαρτίου 1920 σε Αντιπλοίαρχο.
Μετά τη Μεταπολίτευση του Νοεμβρίου του 1920 τέθηκε σε διαθεσιμότητα στις 18 Μαρτίου 1921 και επανήλθε στη μόνιμη υπηρεσία στις 15 Σεπτεμβρίου 1922, ύστερα από την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922. Στις 26 Ιουνίου 1924, κατά τη διάρκεια της «Απεργίας του Ναυτικού», της οποίας υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες, αποστρατεύθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του. Στις 21 Αυγούστου 1924 επανήλθε στη μόνιμη υπηρεσία. Στις 28 Αυγούστου 1925, μετά το Κίνημα Παγκάλου του Ιουνίου του 1925, αποστρατεύθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, ως Πλοίαρχος ε.α. Στις 16 Σεπτεμβρίου 1926, ύστερα από το Κίνημα Κονδύλη του Αυγούστου του 1926, ανακλήθηκε στη μόνιμη υπηρεσία με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου, ως μηδέποτε αποστρατευθείς, ενώ στις 15 Σεπτεμβρίου 1926 προήχθη σε Πλοίαρχο.
Στις 3 Μαΐου 1935 τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω της εμπλοκής του στο Κίνημα του Μαρτίου του 1935 υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Στις 30 Ιουλίου 1935 αποτάχθηκε και στις 15 Νοεμβρίου 1935 ακυρώθηκε η απόταξή του, θεωρούμενος ότι τελούσε σε αποστρατεία ως Υποναύαρχος ε.α. Στις 6 Μαΐου 1943, ενώ ήδη εργαζόταν στις επιχειρήσεις Μποδοσάκη–Αθανασιάδη στην Αίγυπτο πριν από την αποδημία του Στόλου στη Μέση Ανατολή, επαναφέρθηκε στη μόνιμη υπηρεσία ως μηδέποτε απομακρυνθείς, καθώς η αποστρατεία του οφειλόταν σε πολιτικούς λόγους. Συγχρόνως, προήχθη σε Υποναύαρχο, αναδρομικά από τις 26 Φεβρουαρίου 1937, και αποστρατεύθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1943 ως Αντιναύαρχος ε.α.
Στις 20 Απριλίου 1944, κατά την κορύφωση της στάσης των πληρωμάτων του Στόλου που ευρισκόταν στη Μέση Ανατολή, ανακλήθηκε στην ενέργεια με τον βαθμό του Αντιναυάρχου και του ανατέθηκε η αρχηγία του Στόλου. Στις 8 Οκτωβρίου 1945 επαναφέρθηκε στην εφεδρεία. Μετεκπαιδεύθηκε στο εξωτερικό κατά τα έτη 1908–1910, καθώς και επί του γαλλικού θωρακισμένου καταδρομικού ERNEST RENAU το 1912. Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.
Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε στο αντιτορπιλικό ΠΑΝΘΗΡ και έλαβε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων της Ναυμαχίας της Έλλης, στις 3 Δεκεμβρίου 1912, και της απελευθέρωσης της Ίμβρου, στις 18 Οκτωβρίου 1912, της Σαμοθράκης, στις 19 Οκτωβρίου 1912, και της Χερσονήσου του Άθω, στις 2 Νοεμβρίου 1912. Στη συνέχεια, με τον βαθμό του Υποπλοιάρχου Α΄Τάξεως, διατέλεσε Υπασπιστής του Υπουργού των Ναυτικών, Ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη, κατά τα έτη 1915–1916 και Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΘΕΤΙΣ το 1916.
Κατά τα έτη 1916–1919 διατέλεσε Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΒΕΛΟΣ, με τους βαθμούς του Υποπλοιάρχου Α΄Τάξεως και του Πλωτάρχη. Με το πλοίο αυτό έλαβε μέρος στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο, στις ναυτικές επιχειρήσεις στη Μεσημβρινή Ρωσία και στις επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Υπηρέτησε, επίσης, ως Υπασπιστής και, κατόπιν, ως Διευθυντής του Γραφείου του Υπουργού των Ναυτικών Αθανάσιου Μιαούλη κατά τα έτη 1919–1921, με τους βαθμούς του Πλωτάρχη και του Αντιπλοιάρχου. Με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου διατέλεσε Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΛΕΩΝ κατά τα έτη 1922–1923, Διευθυντής της Αεροπορικής Βάσης Παλαιού Φαλήρου το 1923 και Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΠΑΝΘΗΡ κατά τα έτη 1923–1924.
Με τον βαθμό του Πλοιάρχου ανέλαβε καθήκοντα Ανώτερου Διοικητή Ναυτικής Αεροπορίας κατά τα έτη 1926–1930, Διευθυντή Πολεμικής Αεροπορίας στο νεοσύστατο τότε Υπουργείο Αεροπορίας το 1930, Γενικού Διευθυντή του Ναυστάθμου Σαλαμίνας το 1931 και Ανώτερου Διοικητή Υποβρυχίων κατά τα έτη 1931–1934. Κατά τα έτη 1934–1935 διατέλεσε Ναυτικός Ακόλουθος στην Άγκυρα και στο Βελιγράδι, με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Στη θέση αυτή υπηρετούσε κατά την εκδήλωση του Κινήματος του Μαρτίου του 1935.
Στη Μέση Ανατολή, μετά την επάνοδό του στο Ναυτικό και έχοντας αναλάβει την αρχηγία του Στόλου στις 21 Απριλίου 1944, τέθηκε επικεφαλής του εποπτεύοντος επιτελείου του Αγήματος Εμβολής για την ανακατάληψη των πλοίων του Ναυτικού, τα οποία, ενώ ναυλοχούσαν στην Αλεξάνδρεια, είχαν καταληφθεί από τους στασιαστές. Χρημάτισε, επίσης, Υπουργός Αεροπορίας κατά τα έτη 1943–1944, στην κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού.
Το 1945, ενώ παρέμενε εν ενεργεία, διατέλεσε Πρωθυπουργός κατά δύο βραχύβιες περιόδους. Κατά την πρώτη χρημάτισε συγχρόνως Υπουργός των Στρατιωτικών, των Ναυτικών και της Αεροπορίας. Κατά τη δεύτερη, εκτός από τα καθήκοντα του Υπουργού των Ναυτικών και της Αεροπορίας, ανέλαβε για μικρά χρονικά διαστήματα και τα Υπουργεία των Εξωτερικών και των Εσωτερικών.
Τιμήθηκε ως ακολούθως:
Την 1η Ιουλίου 1947 με τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας, επειδή: «Ἀναλαβὼν τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Στόλου κατ’ Ἀπρίλιον 1944, ὅτε οὗτος διετέλει ἐν ἐπαναστάσει, ὠργάνωσε καὶ ἐπέτυχε τὴν ἐπιβολὴν τοῦ κράτους τοῦ Νόμου, ἐπαναφέρων τὸν Στόλον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος, ἐντὸς ἐλαχίστου δὲ χρόνου κατώρθωσε νὰ ἐπανδρώσῃ ἐκ νέου τὰ πλοῖα, ὥστε ταῦτα νὰ συνεχίσουν δραστηρίως τὸν ἀγῶνα παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων. Ἐπίσης, ἐπέτυχε νὰ ὀργανώσῃ πλήρως τὴν ἐπάνοδον τοῦ Β.Ν. ἐν Ἑλλάδι καί, κατ’ Ὀκτώβριον, νὰ ὁδηγήσῃ τὸν ἐλευθερωτὴν Στόλον, αὐτοπροσώπως, κατὰ τὰς κοινὰς μετὰ τῶν Συμμάχων ἐπιχειρήσεις του πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος, ἐπιδείξας πάντοτε ἐξαίρετον ἱκανότητα, ὑπέροχον ἠθικόν, θάρρος, ψυχραιμίαν καὶ ἀνωτέραν ἀντίληψιν καθήκοντος».
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 1957.



















