Αντιναύαρχος Περικλής Αντωνόπουλος ΠΝ

Διατελέσαντες Αρχηγοί ΓΕΝ

Γεννήθηκε στη Λαμία την 1η Ιανουαρίου 1896. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στις 23 Σεπτεμβρίου 1910. Στις 12 Οκτωβρίου 1912, λίγες ημέρες μετά την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ονομάστηκε Αρχικελευστής Οπλίτης και τοποθετήθηκε σε βοηθητικό εύδρομο. Προήχθη σε μάχιμο Σημαιοφόρο στις 14 Ιουνίου 1914, σε Ανθυποπλοίαρχο στις 19 Ιουλίου 1914, σε Υποπλοίαρχο στις 17 Μαρτίου 1917, σε Υποπλοίαρχο Α΄ Τάξεως στις 26 Δεκεμβρίου 1917, σε Πλωτάρχη στις 11 Αυγούστου 1922 και σε Αντιπλοίαρχο στις 26 Ιανουαρίου 1926.

Στις 17 Μαρτίου 1933 τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω της εμπλοκής του στο Κίνημα Πλαστήρα τον Μάρτιο του 1933 και στις 17 Μαΐου 1934 σε αργία διά προσκαίρου παύσεως έως τις 20 Φεβρουαρίου 1934. Ακολούθως, προήχθη σε Πλοίαρχο στις 9 Σεπτεμβρίου 1935. Από τις 25 Οκτωβρίου 1935 έως τις 14 Μαρτίου 1936 τέθηκε σε διαθεσιμότητα κατόπιν αιτήσεώς του. Την 1η Ιανουαρίου 1945 προήχθη σε Υποναύαρχο και στις 13 Σεπτεμβρίου 1949 σε Αντιναύαρχο. Αποστρατεύθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1953 ως Αντιναύαρχος ε.α. Φοίτησε στη Ναυτική Σχολή Πολέμου κατά τα έτη 1925–1926 και 1930–1931 και έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Επιτελούς. Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.

Ως Αρχικελευστής έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους επί της αρχηγίδας των βοηθητικών ευδρόμων ΕΣΠΕΡΙΑ και του θωρακισμένου καταδρομικού ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ. Έλαβε, επίσης, μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επί του αντιτορπιλικού ΘΥΕΛΛΑ και του θωρηκτού ΛΗΜΝΟΣ, καθώς και στις ναυτικές επιχειρήσεις στη Μεσημβρινή Ρωσία επί του αντιτορπιλικού ΑΕΤΟΣ, του μεταγωγικού ΚΑΝΑΡΗΣ και του θωρηκτού ΚΙΛΚΙΣ. Κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία διατέλεσε Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΔΩΡΙΣ κατά τα έτη 1919–1920, με τον βαθμό του Υποπλοιάρχου Α΄ Τάξεως.

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου διατέλεσε, με τον βαθμό του Πλωτάρχη, Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΣΦΕΝΔΟΝΗ κατά τα έτη 1922–1923, του τορπιλοβόλου ΠΕΡΓΑΜΟΣ το 1923 και του βοηθητικού ΧΙΟΣ κατά τα έτη 1923–1925. Το τελευταίο μετασκευάστηκε επί των ημερών του σε πλωτό συνεργείο και μετονομάστηκε σε ΗΦΑΙΣΤΟΣ. Με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου υπηρέτησε ως Κυβερνήτης των αντιτορπιλικών ΠΑΝΘΗΡ το 1926 και κατά τα έτη 1932–1933, ΛΕΩΝ το 1927 και το 1930, ΑΕΤΟΣ το 1932 και ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ το 1933. Στην τελευταία αυτή θέση υπηρετούσε κατά το Κίνημα Πλαστήρα. Το 1935 διατέλεσε Διευθυντής του ΓΕΝ/Α. Με τον βαθμό του Πλοιάρχου ανέλαβε εκ νέου καθήκοντα Διευθυντή του ΓΕΝ/Α το 1936. Στη συνέχεια, διατέλεσε Κυβερνήτης του εκπαιδευτικού ΑΡΗΣ το 1938, Διοικητής Αντιαεροπορικής Άμυνας το 1939 και Διευθυντής Διοικητικού του Υπουργείου των Ναυτικών το ίδιο έτος.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό και τον Ελληνογερμανικό Πόλεμο διατέλεσε Διοικητής της Β΄ Μοίρας Αντιτορπιλικών κατά τα έτη 1940–1941, με τον βαθμό του Πλοιάρχου. Με την ιδιότητα αυτή έλαβε μέρος στις επιχειρήσεις της περιόδου, περιλαμβανομένων της δεύτερης και της τρίτης επιδρομικής ενέργειας στο Στενό του Οτράντο, τον Δεκέμβριο του 1940 και τον Ιανουάριο του 1941 αντιστοίχως, επιβαίνοντας στο αντιτορπιλικό ΣΠΕΤΣΑΙ. Με το ίδιο πλοίο ακολούθησε τον Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή στα τέλη Απριλίου του 1941, λίγες ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα.

Στη Μέση Ανατολή, με τον βαθμό του Πλοιάρχου, διατέλεσε Ανώτερος Διοικητής Υποβρυχίων κατά τα έτη 1941–1942, δύο φορές Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου των Ναυτικών το 1942 και Ανώτερος Διοικητής Πλοίων Ινδικού Ωκεανού το ίδιο έτος. Το 1944 ανέλαβε εκ νέου καθήκοντα Ανώτερου Διοικητή Υποβρυχίων, με τους βαθμούς του Πλοιάρχου και του Υποναυάρχου.

Μετά τον επαναπατρισμό του Στόλου, τον Οκτώβριο του 1944, διατέλεσε, με τον βαθμό του Υποναυάρχου, Ανώτερος Τεχνικός Διευθυντής το 1945, Υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού κατά τα έτη 1945–1946 και Αρχηγός του Ναυστάθμου Σαλαμίνας κατά τα έτη 1946–1947. Κατά τα έτη 1947–1951 διετέλεσε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, με τους βαθμούς του Υποναυάρχου και του Αντιναυάρχου. Συγχρόνως, υπηρέτησε ως Γενικός Επιθεωρητής Ναυτικού κατά τα έτη 1950–1951 και ως Υφυπουργός των Ναυτικών το 1950, στην κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου.

Κατά το διάστημα 1951–1953 διατέλεσε Αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του Βασιλιά Παύλου, με τον βαθμό του Αντιναυάρχου. Το 1947 υπήρξε, με τον βαθμό του Υποναυάρχου, μέλος του Συμβουλίου Αποσυμφόρησης Στελεχών του Ναυτικού. Μετά την αποστρατεία του χρημάτισε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Μετοχικού Ταμείου Ναυτικού κατά τα έτη 1957–1961, ως Αντιναύαρχος ε.α.

Τιμήθηκε ως ακολούθως:

Στις 30 Μαΐου 1942 με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄Τάξεως για «τὴν μετ’ εὐψυχίας καἀκριβείας ἐκτέλεσιν τῶν ἀνατεθεισῶν αὐτἀποστολῶν καὶ διὰ τὴν τήρησιν τῆς ἐννόμου τάξεως ἐπὶ τοῦ πλοίου οἐπέβαινεν, ὑπὸ δυσμενεῖς συνθήκας», ὡς ἐπιβαίνων στἀντιτορπιλικὸ ΣΠΕΤΣΑΙ, ἀμέσως πρὶν ἀπὸ τὴν ἀποδημία τοῦ Στόλου.

Στις 7 Μαΐου 1943 με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξεως, επειδή: «κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς καταρρεύσεως τῆς Πατρίδος, ἐπιβαίνων τοἀντιτορπιλλικοῦ ΣΠΕΤΣΑΙ, ὑπερνικήσας πάσας τὰς παρουσιασθείσας πολεμικὰς δυσχερείας καἀποκρούσας τὰς ἐχθρικὰς προσβολάς, ἐπέτυχεν, ἐν τέλει, νὰ φέρῃ τὰ διασωθέντα ἀντιτορπιλλικὰ τῆς Μοίρας του εἰς Ἀλεξάνδρειαν πρὸς συνέχισιν τοἀγῶνος», ως Διοικητής της Β΄ Μοίρας Αντιτορπιλικών.

Στις 16 Ιανουαρίου 1952 με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων για «τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἐργατικότητα, ἀνωτέραν ἀντίληψιν καθήκοντος καὶ εὐδοκίμους ὑπηρεσίας, ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἐνεργειῶν του, κατὰ τὰς […] ἐπιχειρήσεις τῆς περιόδου 1947–1950».

Απεβίωσε στις 23 Ιουλίου 1961

Ο Στόλος μας