Αντιναύαρχος Γρηγόριος Μεζεβίρης ΒΝ
Διατελέσαντες Αρχηγοί ΓΕΝ

Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 4 Ιανουαρίου 1891. Το 1906 εισήχθη στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και ακολούθησε ναυτική σταδιοδρομία. Ονομάστηκε Σημαιοφόρος στις 17 Ιουλίου 1910. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 2 Ιουνίου 1913, σε Υποπλοίαρχο στις 7 Φεβρουαρίου 1915, σε Πλωτάρχη στις 16 Μαρτίου 1920, σε Αντιπλοίαρχο στις 20 Ιουνίου 1924, σε Πλοίαρχο στις 14 Φεβρουαρίου 1934, σε Υποναύαρχο στις 6 Μαΐου 1943 και σε Αντιναύαρχο την 1η Ιουνίου 1947.Αποστρατεύθηκε την 1η Σεπτεμβρίου 1949, έχοντας συμπληρώσει 43 έτη υπηρεσίας στο Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό.
Από τον Ιούλιο του 1910 και κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου υπηρέτησε στο θωρηκτό ΨΑΡΑ μετέχοντας στις ναυμαχίες της Έλλης, 3 Δεκεμβρίου 1912 και της Λήμνου, 5 Ιανουαρίου 1913 καθώς και στις λοιπ΄’ες ναυτικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων αυτών της απελευθέρωσης της Λήμνου, 8 Οκτωβρίου 1912, της Ίμβρου, 18 Οκτωβρίου 1912, της Σαμοθράκης, 19 Οκτωβρίου 1912 και της Λέσβου τον Νοέμβριο του 1912. Από τις 28 Ιανουαρίου 1913 διατέλεσε Ύπαρχος του τορπιλοβόλου ΝΙΚΟΠΟΛΙΣ. Τον Ιούνιο του 1913 τέθηκε επικεφαλής αγήματος του Ναυτικού Συντάγματος που επιχειρούσε στη Μακεδονία κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Από τον Νοέμβριο του 1913 υπηρέτησε ως Ύπαρχος και, στη συνέχεια, το 1915, ως Κυβερνήτης του πρώτου ελληνικού υποβρυχίου ΔΕΛΦΙΝ. Από τον Μάιο του 1915 τοποθετήθηκε διαδοχικά ως αξιωματικός πυροβολικού στο θωρηκτό ΛΗΜΝΟΣ και ως αξιωματικός ηλεκτρισμού στο θωρακισμένο καταδρομικό ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ, εκτελώντας παράλληλα καθήκοντα Αρχιεπιστολέα του Αρχηγού της Θωρηκτής Μοίρας.
Από το 1918 και κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως Ύπαρχος των αντιτορπιλικών ΛΟΓΧΗ και ΚΕΡΑΥΝΟΣ. Το 1919 υπηρετούσε με το αντιτορπιλικό ΚΕΡΑΥΝΟΣ στη Μαύρη Θάλασσα στο πλαίσιο της συμμαχικής εκστρατείας στη Μεσημβρινή Ρωσία. Από τον Ιούλιο του 1919 υπηρέτησε ως Υποδιοικητής και, στη συνέχεια, ως Διοικητής της Τορπιλικής Σχολής.
Ως Αντιπλοίαρχος διετέλεσε Διευθυντής της Ραδιοτηλεγραφικής Υπηρεσίας του Ναυτικού (1925 και 1930), Ναυτικός Ακόλουθος Παρισίων (1925-1927), Κυβερνήτης των αντιτορπιλικών ΛΕΩΝ (1931-1932), ΥΔΡΑ (1932-1933 και 1933-1934) και ΑΕΤΟΣ (1933), Διοικητής της Ναυτικής Σχολής Πολέμου (1934)
Από τις παραπάνω τοποθετήσεις δέον να μνημονευθεί το έργο του στηΔιεύθυνση Ραδιοτηλεγραφικής Υπηρεσίας του Ναυτικού. Σε αυτήν ανέλαβε την αναδιοργάνωση του τεχνικού τμήματός της και την ίδρυση Σχολών βαθμοφόρων τηλεγραφητών και εξειδίκευσης μαχίμων Υποπλοιάρχων, στις οποίες δίδαξε. Συγχρόνως, υπήρξε καθηγητής Ηλεκτρισμού στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.
Ως Πλοίαρχος ανέλαβε καθήκοντα Κυβερνήτη του αντιτορπιλικού ΣΠΕΤΣΑΙ (1935), εκ νέου Διοικητή της Ναυτικής Σχολής Πολέμου (1937-1938), Διοικητή του Στολίσκου Αντιτορπιλικών (1935 και 1936), Ανώτερου Διοικητή Παράκτιας Άμυνας και παράλληλα Διοικητή Αμυντικής Περιοχής Νοτίου Αιγαίου (1938-1939). Στη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού και του Ελληνογερμανικού Πολέμου, υπηρέτησε ως Ανώτερος Διοικητής Αντιτορπιλικών (1939-1941, Πλοίαρχος) και έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων της πρώτης και της τρίτης επιδρομικής ενέργειας στο Στενό του Οτράντο (Νοέμβριος 1940 και Ιανουάριος 1941, αντίστοιχα). Τραυματίστηκε στις 22 Απριλίου 1941 κατά τη γερμανική αεροπορική προσβολή του αντιτορπιλικού ΥΔΡΑ και, νοσηλευόμενος, δεν ακολούθησε το Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή στα τέλη Απριλίου 1941, λίγες μέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα.
Τα δύο πρώτα χρόνια της Κατοχής, υπηρέτησε ως Πλοίαρχος στη Γενική Διεύθυνση Ναυτικού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Διέφυγε από την κατεχόμενη Ελλάδα και στις 8 Μαρτίου1943 παρουσιάστηκε στη Μέση Ανατολή, όπου υπηρέτησε στο Υπουργείο των Ναυτικών και από το Σεπτέμβριο 1944 ανέλαβε καθήκοντα Υπαρχηγού του ΓΕΝ ως Υποναύαρχος. Τον Απρίλιο 1944, ήταν μέλος του εποπτεύοντος επιτελείου του Αγήματος Εμβολής για την ανακατάληψη των πλοίων του Ναυτικού που, ναυλοχώντας στην Αλεξάνδρεια, είχαν καταληφθεί από τους στασιαστές του Κινήματος της Μέσης Ανατολής.
Ύστερα από την Απελευθέρωση, με το βαθμό μεν του Υποναυάρχου συνέχισε την άσκηση των καθηκόντων Υπαρχηγού ΓΕΝ (μέχρι το 1945) και, κατόπιν, διατέλεσε Αρχηγός ΓΕΝ (1945-1946), καθώς και πάλι Υπαρχηγός ΓΕΝ (1946-1947), με αυτόν δε του Αντιναυάρχου, Αρχηγός ΓΕΝ (1947), Γενικός Επιθεωρητής Ναυτικού (1947-1949) και, με χρονική επικάλυψη, Αρχηγός Ναυτικών Διοικήσεων (1948-1949).
Μετά την αποστρατεία του ασχολήθηκε με τον επιστημονικό κλάδο και τη δεύτερη ειδικότητά του, εκείνη του ραδιοηλεκτρολόγου μηχανικού. Για μία οκταετία υπήρξε Τεχνικός Σύμβουλος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και συνέταξε σειρά μελετών για την τεχνική ανάπτυξη της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης. Υπήρξε εξωτερικός καθηγητής Ναυτικής Στρατηγικής στη Σχολή Εθνικής Άμυνας και στη Ναυτική Σχολή Πολέμου.
Τιμήθηκε ως ακολούθως:
Στις 6 Μαΐου 1943, με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξης, για: «Τὴν ἐν πολέμῳ ἐπιτυχῆ ὑπηρεσίαν του ἐν Ἑλλάδι καὶ τὸν τραυματισμόν του κατὰ τὴν βύθισιν τοῦ ἀντιτορπιλικοῦ ὝΔΡΑ (Ἀπρίλιος 1941)».
Στις 23.01.1952, με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, για: «Τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἐργατικότητα, ἀνωτέραν ἀντίληψιν καθήκοντος καὶ εὐδοκίμους ὑπηρεσίας ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἐνεργειῶν του κατὰ τὰς […] ἐπιχειρήσεις τῆς περιόδου 1947–1950».
Πολυγραφότατος, συνέγραψε τα ακόλουθα πονήματα:
- Ηλεκτροτεχνία δια την Τορπιλλικήν Σχολήν (δίτομο, 1917 και 1920).
- Εγχειρίδιον Ηλεκτρομηχανικού (1920).
- Στοιχεία Ασυρμάτου Τηλεγράφου (1922).
- Θεωρία Ασυρμάτου Τηλεγράφου (1923),
- Μαθήματα Ηλεκτρισμού (1925-1926),
- Ασύρματος Τηλεγραφία Συνεχών Κυμάτων (δίτομο, 1930).
- Η Μεσόγειος και η Στρατηγική της Σημασία (1957).
- Τα Νέα Όπλα και η Στρατηγική και Τακτική Χρησιμοποίησίς των (1959).
- Τα Πορίσματα του Ναυτικού Πολέμου της Μεσογείου 1939-1945 (1961).
- Η Μάχη του Ατλαντικού και ο Υποβρύχιος Πόλεμος, 1914-1918 και 1939-1945 (1964).
- Ο Πόλεμος του Ειρηνικού (1967).
- Τέσσερις Δεκαετηρίδες εις την Υπηρεσίαν του Β. Ναυτικού (1971).
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 1978.



















