Αντιναύαρχος Ιπποκράτης Δέδες ΠΝ
Διατελέσαντες Αρχηγοί ΓΕΝ

Γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιανουαρίου 1913. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στις 13 Σεπτεμβρίου 1929 και αποφοίτησε στις 28 Σεπτεμβρίου 1933 ως μάχιμος Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 27 Οκτωβρίου 1937, σε Υποπλοίαρχο στις 31 Δεκεμβρίου 1940, σε Πλωτάρχη την 1η Ιανουαρίου 1945, σε Αντιπλοίαρχο στις 31 Αυγούστου 1949, σε Πλοίαρχο στις 29 Σεπτεμβρίου 1956, σε Υποναύαρχο στις 23 Οκτωβρίου 1965 και σε Αντιναύαρχο στις 18 Σεπτεμβρίου 1967. Μετά το Κίνημα του Βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄ της 13ης Δεκεμβρίου 1967, στο οποίο είχε προσχωρήσει, αποστρατεύθηκε ως Αντιναύαρχος εν αποστρατεία. Στις 3 Φεβρουαρίου 1968 αποτάχθηκε για τον ίδιο λόγο. Στις 3 Δεκεμβρίου 1974, μετά την επάνοδο της Δημοκρατίας στα τέλη Ιουλίου 1974 και στο πλαίσιο της αποκατάστασης όσων είχαν διωχθεί εξαιτίας της αντίθεσής τους προς τη δικτατορία της περιόδου 1967–1974, ακυρώθηκε η απόταξή του και θεωρήθηκε ότι είχε αποστρατευθεί στις 3 Φεβρουαρίου 1968. Στις 18 Μαρτίου 1980 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.
Φοίτησε στη Ναυτική Σχολή Πολέμου το 1952, στη Σχολή Εθνικής Άμυνας κατά την περίοδο 1954–1955 και στη ΝΑΤΟϊκή Σχολή Ατομικών Όπλων του AFSOUTH το 1955. Έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Επιτελούς Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.
Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού και του Ελληνογερμανικού Πολέμου υπηρέτησε στο αντιτορπιλικό ΨΑΡΑ, λαμβάνοντας μέρος στις επιχειρήσεις της περιόδου, στις οποίες περιλαμβάνονταν και οι τρεις επιδρομικές ενέργειες στο Στενό του Οτράντο, τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1940 και τον Ιανουάριο του 1941. Στις 23 Μαρτίου 1941 του εκφράστηκε η εύφημη μνεία του Υπουργού των Ναυτικών, επειδή «ἐνίσχυσε τὸν Κυβερνήτην τοῦ ἀντιτορπιλλικοῦ ΨΑΡΑ εἰς τὴν καταβύθισιν ἐχθρικοῦ ὑποβρυχίου, ἀποπειραθέντος νὰ προσβάλῃ νηοπομπὴν συνοδευομένην ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ ἀντιτορπιλλικοῦ».
Στα τέλη Απριλίου 1941, λίγες ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ακολούθησε τον Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή. Μέχρι την Κρήτη επέβαινε στο επίτακτο MARΙT MAERSK και στη συνέχεια στο αντιτορπιλικό ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, καθώς το ΨΑΡΑ είχε βυθιστεί από γερμανική αεροπορική επιδρομή στις 20 Απριλίου 1941.
Στη Μέση Ανατολή υπηρέτησε σε πλοία συνοδείας και συμμετείχε στις συμμαχικές επιχειρήσεις στη Μεσόγειο και στον Ινδικό Ωκεανό. Στις 30 Μαΐου 1942 του εκφράστηκε η εύφημη μνεία του Υπουργού των Ναυτικών για «τὴν ἐπιτυχῆ ἐπίθεσιν ἐναντίον ἰαπωνικοῦ ὑποβρυχίου ἐν τῷ Ἰνδικῷ Ὠκεανῷ κατὰ τὴν 14ην Μαρτίου 1942», όταν υπηρετούσε ως Ύπαρχος του αντιτορπιλικού «ΑΕΤΟΣ». Τον Απρίλιο του 1944, με τον βαθμό του Υποπλοιάρχου, έλαβε μέρος στο Άγημα Εμβολής για την ανακατάληψη των πλοίων του Ναυτικού τα οποία, ενώ ναυλοχούσαν στην Αλεξάνδρεια και στο Πορτ Σάιντ, είχαν καταληφθεί από τους στασιαστές του Κινήματος της Μέσης Ανατολής.
Διετέλεσε Κυβερνήτης της κορβέτας ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ κατά την περίοδο 1944–1945, με τους βαθμούς του Υποπλοιάρχου και του Πλωτάρχη, του αντιτορπιλικού ΑΔΡΙΑΣ κατά την περίοδο 1946–1947, με τον βαθμό του Πλωτάρχη, και του αρματαγωγού ΑΛΦΕΙΟΣ, το οποίο παρέλαβε στην Αγγλία το 1947, επίσης με τον βαθμό του Πλωτάρχη. Το 1949 διετέλεσε Διευθυντής ΓΕΝ/Β, με τους βαθμούς του Πλωτάρχη και του Αντιπλοιάρχου.
Με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου υπηρέτησε ως Διευθυντής Υπηρεσιών Βοτανικού κατά την περίοδο 1949–1950 και ως Υπασπιστής του Βασιλιά Παύλου κατά την περίοδο 1951–1952. Διετέλεσε επίσης Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΔΟΞΑ κατά την περίοδο 1952–1953 και του αντιτορπιλικού ΙΕΡΑΞ το 1953. Κατά την περίοδο 1955–1956 διετέλεσε Διευθυντής ΓΕΝ/Α2, με τους βαθμούς του Αντιπλοιάρχου και του Πλοιάρχου. Μετά την προαγωγή του σε Πλοίαρχο ανέλαβε καθήκοντα Ναυτικού Διοικητή Δυτικής Ελλάδας κατά την περίοδο 1956–1957 και Ναυτικού, Στρατιωτικού και Αεροπορικού Ακολούθου στο Λονδίνο κατά την περίοδο 1957–1960. Ακολούθως, διετέλεσε Διοικητής Πλοίων Αποβάσεως 1 κατά την περίοδο 1960–1961, Διοικητής Ελαφρών Σκαφών 2 κατά την περίοδο 1961–1962 και Αρχηγός του Α΄ Κλάδου του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και Επιτελάρχης COMEDEAST κατά την περίοδο 1964–1965.
Κατά την περίοδο 1964–1965 διετέλεσε επίσης Ανώτερος Διοικητής Ναυστάθμου Σαλαμίνας, με τους βαθμούς του Πλοιάρχου και του Υποναυάρχου. Ως Υποναύαρχος διετέλεσε Διευθυντής της 3ης Μικτής Επιτελικής Ομάδας του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Άμυνας κατά την περίοδο 1965–1967 και Αρχηγός Κρητικού και Ιονίου Πελάγους το 1967.
Το 1967 διετέλεσε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και COMEDEAST, με τους βαθμούς του Υποναυάρχου και του Αντιναυάρχου. Από τη θέση αυτή προσχώρησε στο Κίνημα του Βασιλιά Κωνσταντίνου Β΄ στις 13 Δεκεμβρίου 1967.
Τιμήθηκε ως ακολούθως:
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1944 με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξης, επειδή «ὑπηρετῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ Πολέμου ἐπὶ τοῦ ἀντιτορπιλλικοῦ ΨΑΡΑ, ἐπέδειξεν ἐξαίρετον διαγωγὴν καὶ ζῆλον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου τούτου καὶ κατὰ τὴν καταβύθισιν τοῦ πλοίου του τὴν 20ὴν Ἀπριλίου 1941, συνεπείᾳ ἐχθρικῆς ἀεροπορικῆς ἐνεργείας».
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1946 με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, επειδή «ὑπηρετήσας ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ λήξαντος πολέμου, ἐν Ἑλλάδι καὶ Μέσῃ Ἀνατολῇ ἐπὶ πλοίων ἐν ἐνεργείᾳ, ἀνταπεκρίθη εἰς τὰ καθήκοντά του μετ’ εὐσυνειδησίας, ἐξαιρετικοῦ ζήλου, ἱκανότητος καὶ ναυτικῶν προσόντων».
Στις 16 Ιανουαρίου 1952 με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων για «τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἐργατικότητα, ἀνωτέραν ἀντίληψιν καθήκοντος καὶ εὐδοκίμους ὑπηρεσίας ἐν τῷ κύκλῳ τῶν ἐνεργειῶν του κατὰ τὰς […] ἐπιχειρήσεις τῆς περιόδου 1947–1950».
Συνέγραψε τα ακόλουθα πονήματα:
- Εγχειρίδιον Διεθνούς κατά Θάλασσαν Δικαίου και Νηοψιών (1949).
- Όταν σίγησαν τα κανόνια… Ο ρόλος του Πολεμικού Ναυτικού από 21ης Απριλίου έως 13ης Δεκεμβρίου 1967.
Απεβίωσε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 1994.



















