Αντιναύαρχος Πύρρος Λάππας ΠΝ

Διατελέσαντες Αρχηγοί ΓΕΝ

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 31 Δεκεμβρίου 1899. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στις 10 Οκτωβρίου 1915 και αποφοίτησε στις 10 Ιανουαρίου 1920 ως μάχιμος Δόκιμος Σημαιοφόρος. Στις 4 Μαΐου 1920 ονομάστηκε Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 20 Μαΐου 1921. Στις 25 Ιουλίου 1924, κατά τη διάρκεια της «Απεργίας του Ναυτικού» τον Ιούνιο του 1924, αποστρατεύθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, αλλά στις 28 Αυγούστου 1924 επανήλθε στη μόνιμη υπηρεσία ως μηδέποτε αποστρατευθείς. Ακολούθως, προήχθη σε Υποπλοίαρχο στις 22 Απριλίου 1925, σε Πλωτάρχη στις 22 Οκτωβρίου 1932, σε Αντιπλοίαρχο στις 22 Οκτωβρίου 1938, σε Πλοίαρχο στις 10 Ιανουαρίου 1944, αναδρομικά από τις 9 Νοεμβρίου 1943, σε Υποναύαρχο στις 13 Σεπτεμβρίου 1949 και σε Αντιναύαρχο στις 6 Οκτωβρίου 1952. Αποστρατεύθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 1958 ως Αντιναύαρχος ε.α. Στις 13 Οκτωβρίου 1958 ανακλήθηκε στην ενέργεια και την 1η Νοεμβρίου 1960 επαναφέρθηκε στην εφεδρεία. Στις 15 Φεβρουαρίου 1963 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.

Φοίτησε στη Σχολή Πυροβολικού το 1922, στη Σχολή Τορπιλών κατά τα έτη 1927–1928 και στη Ναυτική Σχολή Πολέμου κατά τα έτη 1937–1938. Έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Επιτελούς. Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.

 

Έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας επί του θωρηκτού ΛΗΜΝΟΣ, του αντιτορπιλικού ΘΥΕΛΛΑ και του θωρακισμένου καταδρομικού  ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ. Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου διατέλεσε Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΑΙΓΛΗ το 1924, με τον βαθμό του Ανθυποπλοιάρχου. Με τον βαθμό του Πλωτάρχη υπηρέτησε ως Κυβερνήτης των τορπιλοβόλων ΚΙΟΣ κατά τα έτη 1934–1935 και ΠΡΟΥΣΣΑ, καθώς και ως Διοικητής Μοίρας Τορπιλοβόλων κατά τα έτη 1935–1936. Το 1935 διατέλεσε, επίσης, Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΣΠΕΤΣΑΙ. Με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου διατέλεσε εκ νέου Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΣΠΕΤΣΑΙ το 1938 και Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ. Συγχρόνως, υπηρέτησε ως Αρχιεπιστολέας του Ανώτερου Διοικητή Αντιτορπιλικών κατά τα έτη 1939–1941.

Κατά τον Ελληνοϊταλικό και τον Ελληνογερμανικό Πόλεμο, συνεχίζοντας να ασκεί τα καθήκοντα του Κυβερνήτη του αντιτορπιλικού ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της περιόδου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν η πρώτη και η τρίτη επιδρομική ενέργεια στο Στενό του Οτράντο, τον Νοέμβριο του 1940 και τον Ιανουάριο του 1941 αντιστοίχως. Τον Απρίλιο του 1941 το πλοίο του βρισκόταν στη δεξαμενή του Ναυστάθμου Σαλαμίνας, λόγω των σοβαρότατων ζημιών που είχε υποστεί από γερμανική αεροπορική επιδρομή λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 13ης προς τη 14η Απριλίου 1941, και δεν μπόρεσε να ακολουθήσει τον Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή.

Κατά τους πρώτους μήνες της Κατοχής υπηρέτησε, με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου, στη Γενική Διεύθυνση Ναυτικού του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Τον Δεκέμβριο του 1941 διέφυγε από την κατεχόμενη Ελλάδα και στις 27 Φεβρουαρίου 1942 παρουσιάστηκε στη Μέση Ανατολή. Εκεί διατέλεσε αρχικά Κυβερνήτης του πλωτού συνεργείου ΗΦΑΙΣΤΟΣ το 1942, με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου. Το ίδιο έτος απεστάλη στην Αγγλία ως Αρχηγός της Αποστολής παραλαβής των κορβετών τύπου ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ. Το 1943 διατέλεσε Αρχηγός της Αποστολής παραλαβής των τεσσάρων αρματαγωγών τύπου ΛΗΜΝΟΣ από τη Νέα Ορλεάνη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής και, συγχρόνως, Κυβερνήτης του αρματαγωγού ΣΑΜΟΣ κατά τα έτη 1943–1945, με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου.

Έλαβε μέρος στις αποβατικές επιχειρήσεις στο Άντζιο της Ιταλίας τον Ιανουάριο του 1944 και στη Νότια Γαλλία τον Αύγουστο του 1944, ως Διοικητής Μοίρας Αρματαγωγών, με τον βαθμό του Πλοιάρχου. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέλαβε, με τον βαθμό του Πλοιάρχου, καθήκοντα Κυβερνήτη του αντιτορπιλικού ΜΙΑΟΥΛΗΣ και, παράλληλα, Διοικητή του 12ου Στολίσκου Αντιτορπιλικών κατά τα έτη 1945–1946. Στη συνέχεια, διατέλεσε Ανώτερος Διευθυντής Προσωπικού Ναυτικού κατά τα έτη 1946–1947, Ανώτερος Τεχνικός Διευθυντής το 1947 και Ανώτερος Διοικητής Ελαφρών Σκαφών κατά τα έτη 1947–1949. Συγχρόνως, υπηρέτησε ως Ανώτερος Διοικητής Υποβρυχίων και ως Αρχηγός Στόλου το 1949. Ακολούθως, διατέλεσε Αρχηγός Ναυτικών Διοικήσεων και, παράλληλα, Γενικός Επιθεωρητής Ναυτικού κατά τα έτη 1949–1950, με τον βαθμό του Υποναυάρχου. Το 1949 διετέλεσε, επίσης, Υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού.

Κατά τα έτη 1950–1952 διατέλεσε Αρχηγός Στόλου, με τους βαθμούς του Υποναυάρχου και του Αντιναυάρχου. Συγχρόνως, υπηρέτησε ως Αρχηγός Ναυστάθμου κατά τα έτη 1951–1952 και ως Γενικός Επιθεωρητής Ναυτικού το 1952. Από το 1952 έως το 1958 διατέλεσε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και COMEDEAST, με τους βαθμούς του Υποναυάρχου και του Αντιναυάρχου. Κατά την περίοδο της ανάκλησής του στην ενέργεια από την εφεδρεία υπηρέτησε ως Αρχηγός του Στρατιωτικού Οίκου του Βασιλιά Παύλου κατά τα έτη 1958–1960, με τον βαθμό του Αντιναυάρχου. Έλαβε, επίσης, ενεργό μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του Εμφυλίου ως Ανώτερος Ναυτικός Διοικητής Επιχειρήσεων, με έδρα τον Βόλο και με τους βαθμούς του Πλοιάρχου και του Υποναυάρχου.

Χρημάτισε Πρόεδρος της Ελληνικής Θαλάσσιας Ένωσης κατά τα έτη 1958–1980, ως Αντιναύαρχος ε.α. Υπήρξε μέλος της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων της Ελλάδος κατά τα έτη 1953–1954 και 1969–1980 και Γενικός Γραμματέας της κατά τα έτη 1961–1968. Διετέλεσε, επίσης, μέλος της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής κατά τα έτη 1965–1980.

Τιμήθηκε ως ακολούθως:

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1944 με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄ Τάξεως, επειδή: «διὰ τῶν συνεχῶν καἀόκνων προσπαθειῶν του, συνέβαλεν ὥστε τὸ πλοῖον του νὰ καταστἱκανὸν πρὸς ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν πολεμικῶν ἀποστολῶν», ὡς Κυβερνήτης τοἀρματαγωγοῦ ΣΑΜΟΣ».

Στις 11 Δεκεμβρίου 1945 με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων για «τὴν ἐξαιρετικὴν ἱκανότητα καἐργατικότητα ἃς ἐπέδειξε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὡς καὶ τὴν ἀνωτέραν ἀντίληψιν ἐν τῷ κύκλῳ τῶν καθηκόντων του, ἰδίᾳ δὲ διὰ τὴν δράσιν του εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Ἰταλίας ὡς Διοικητὴς ἀρματαγωγῶν», κατά την απόβαση στο Άντζιο τον Ιανουάριο του 1944.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1949 του εκφράστηκε η ευαρέσκεια του Υπουργού των Ναυτικών για τη σύνταξη του Εγχειριδίου Ελέγχου Βλαβών των Β. Πλοίων.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 1981.

Ο Στόλος μας