Υποναύαρχος Αλφρέδος Λεοντόπουλος ΠΝ

Διατελέσαντες Αρχηγοί ΓΕΝ

Γεννήθηκε στα Αροανία Καλαβρύτων στις 20 Δεκεμβρίου 1893. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στις 14 Οκτωβρίου 1908 και αποφοίτησε στις 19 Ιουλίου 1912 ως μάχιμος Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 25 Ιουλίου 1913, σε Υποπλοίαρχο στις 21 Μαΐου 1916 και σε Υποπλοίαρχο Α΄ Τάξεως στις 19 Ιουλίου 1916, αναδρομικά από τις 21 Μαΐου 1916.

Την 1η Οκτωβρίου 1916 προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα και κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Στις 25 Ιουνίου 1920 προήχθη σε Πλωτάρχη. Στις 29 Ιουνίου 1922, μετά τη Μεταπολίτευση του Νοεμβρίου του 1920, τέθηκε σε διαθεσιμότητα, από την οποία ανακλήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1922, ύστερα από την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922. Ακολούθως, προήχθη σε Αντιπλοίαρχο στις 26 Ιανουαρίου 1926, σε Πλοίαρχο στις 9 Σεπτεμβρίου 1935 και σε Υποναύαρχο στις 13 Φεβρουαρίου 1945, αναδρομικά από τις 6 Μαΐου 1943. Αποστρατεύθηκε στις 2 Ιανουαρίου 1946 ως Αντιναύαρχος ε.α.

Στις 5 Οκτωβρίου 1946 επαναφέρθηκε στη μόνιμη υπηρεσία ως μηδέποτε αποστρατευθείς και στις 31 Αυγούστου 1949 αποστρατεύθηκε οριστικά ως Αντιναύαρχος ε.α. Φοίτησε στη Ναυτική Σχολή Πολέμου κατά τα έτη 1925–1926 και έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Επιτελούς. Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε στο θωρακισμένο καταδρομικό ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ και έλαβε μέρος στις ναυμαχίες της Έλλης, στις 3 Δεκεμβρίου 1912, και της Λήμνου, στις 5 Ιανουαρίου 1913. Μετείχε, επίσης, στις λοιπές πολεμικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων της απελευθέρωσης της Λήμνου, στις 8 Οκτωβρίου 1912, της Ίμβρου, στις 18 Οκτωβρίου 1912, της Σαμοθράκης, στις 19 Οκτωβρίου 1912, της Τενέδου, στις 24 Οκτωβρίου 1912, της Χερσονήσου του Άθω, στις 2 Νοεμβρίου 1912, της Λέσβου, τον Νοέμβριο του 1912, της Καβάλας, στις 26 Ιουνίου 1913, και του Δεδεαγάτς, σημερινής Αλεξανδρούπολης, στις 11 Ιουλίου 1913. Ακολούθως, διατέλεσε Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΘΕΤΙΣ το 1917, με τον βαθμό του Υποπλοιάρχου Α΄ Τάξεως. Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως Κυβερνήτης του τορπιλοβόλου ΑΙΓΛΗ, επίσης το 1917 και με τον αυτό βαθμό.

Στη συνέχεια, με τον βαθμό του Πλωτάρχη, διατέλεσε Κυβερνήτης των αντιτορπιλικών ΛΟΓΧΗ το 1922, ΒΕΛΟΣ κατά τα έτη 1922–1923 και ΘΥΕΛΛΑ το 1923. Με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου υπηρέτησε ως Διοικητής του Κεντρικού Προγυμναστηρίου κατά τα έτη 1926–1927 και ως Διοικητής της Σχολής Υπαξιωματικών Μηχανικών. Παράλληλα, διατέλεσε Κυβερνήτης του πλωτού συνεργείου ΗΦΑΙΣΤΟΣ κατά τα έτη 1929–1930. Ακολούθως, διατέλεσε Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΛΕΩΝ κατά τα έτη 1930–1931, του αντιτορπιλικού ΣΦΕΝΔΟΝΗ και του ελαφρού καταδρομικού ΕΛΛΗ το 1931, καθώς και του αντιτορπιλικού ΥΔΡΑ το 1935. Μετά την προαγωγή του σε Πλοίαρχο υπηρέτησε ως Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΛΕΩΝ και, συγχρόνως, ως Διοικητής της Β΄ Μοίρας Αντιτορπιλικών κατά τα έτη 1935–1936. Το 1936 διατέλεσε εκ νέου Κυβερνήτης του ελαφρού καταδρομικού ΕΛΛΗ.

Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως Διευθυντής Προσωπικού του Ναυστάθμου Σαλαμίνας κατά τα έτη 1936–1938 και ως Διευθυντής Διοίκησης του Υπουργείου των Ναυτικών κατά τα έτη 1938–1939. Κατά τα έτη 1939–1941 διατέλεσε Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ και, συγχρόνως, Διοικητής της Α΄ Μοίρας Αντιτορπιλικών.

Με την τελευταία αυτή ιδιότητα έλαβε μέρος στον Ελληνοϊταλικό και στον Ελληνογερμανικό Πόλεμο και συμμετείχε στις ναυτικές επιχειρήσεις της περιόδου, περιλαμβανομένων της πρώτης και της τρίτης επιδρομικής ενέργειας στο Στενό του Οτράντο, τον Νοέμβριο του 1940 και τον Ιανουάριο του 1941 αντιστοίχως. Στα τέλη Απριλίου του 1941, λίγες ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, ακολούθησε τον Στόλο κατά την αποδημία του στη Μέση Ανατολή με το αντιτορπιλικό ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ. Ακολούθως, με τον βαθμό του Πλοιάρχου, διατέλεσε Ανώτερος Επόπτης Εμπορικής Ναυτιλίας στο Πορτ Σάιδ το 1941 και Ναυτικός Ακόλουθος στην Ουάσινγκτον κατά τα έτη 1941–1945.

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον βαθμό του Υποναυάρχου, ανέλαβε καθήκοντα Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού το 1946, Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού κατά τα έτη 1946–1947, Αρχηγού Ναυτικής Εκπαίδευσης το 1947 και Αρχηγού Ναυτικών Διοικήσεων το 1947 και κατά τα έτη 1947–1949. Το 1947 υπήρξε, με τον βαθμό του Υποναυάρχου, μέλος του Συμβουλίου Αποσυμφόρησης Στελεχών του Ναυτικού. Χρημάτισε μέλος της Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων της Ελλάδος κατά τα έτη 1935–1936.

Στις 19 Απριλίου 1918 του εκφράστηκε η ζωηρά ευαρέσκεια του Υπουργού των Ναυτικών για «Τὴν γενναιότητα καὶ δραστηριότητα μεθ’ ἧς ἐνήργησε τὴν καταδίωξιν ἐμφανισθέντος τὴν 8ην Ἀπριλίου 1918 ὑποβρυχίου».

Στις 31 Οκτωβρίου 1943 τιμήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό Γ΄Τάξεως, επειδή: «κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς καταρρεύσεως τῆς Πατρίδος, [Κυβερνήτης τοἀντιτορπιλικοῦ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ], ὑπερνικήσας πάσας τὰς παρουσιασθείσας πολεμικὰς δυσχερείας καἀποκρούσας τὰς ἐχθρικὰς προσβολάς, ἐπέτυχεν ἐν τέλει νὰ φέρῃ τὸ πλοῖον του εἰς Ἀλεξάνδρειαν πρὸς συνέχισιν τοἀγῶνος».

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 1984.

Ο Στόλος μας