Υποναύαρχος Αλέξανδρος Πιλάτος Σακελλαρίου ΠΝ

Διατελέσαντες Αρχηγοί ΓΕΝ

Γεννήθηκε στη Μάνδρα Ελευσίνας την 1η Ιανουαρίου 1887. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στις 4 Νοεμβρίου 1902 και αποφοίτησε στις 8 Ιουλίου 1906 ως μάχιμος Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 29 Μαρτίου 1910, σε Υποπλοίαρχο στις 2 Ιουλίου 1913 και σε Υποπλοίαρχο Α΄ Τάξεως στις 3 Νοεμβρίου 1914, αναδρομικά από τις 17 Οκτωβρίου 1914.

Στις 21 Ιουνίου 1917, μετά την επικράτηση του Ελευθερίου Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1917, τέθηκε σε διαθεσιμότητα και καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο του Α΄Σώματος Στρατού σε τριετή φυλάκιση στο φρούριο Ιτζεδίν της Κρήτης. Ακολούθως, αποτάχθηκε στις 18 Μαΐου 1919. Στις 10 Νοεμβρίου 1920, ύστερα από τη Μεταπολίτευση του Νοεμβρίου του 1920, επανήλθε στη μόνιμη υπηρεσία ως μηδέποτε απομακρυνθείς, ενώ παράλληλα ακυρώθηκε η καταδικαστική απόφαση του Στρατοδικείου.

Στις 2 Δεκεμβρίου 1920 προήχθη σε Πλωτάρχη, αναδρομικά από τις 26 Δεκεμβρίου 1917, και αυθημερόν σε Αντιπλοίαρχο, αναδρομικά από τις 25 Ιουνίου 1920. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1923, μετά την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922, αποστρατεύθηκε ως Πλοίαρχος ε.α. Αμέσως μετά την εκδήλωση του Κινήματος Λεοναρδόπουλου–Γαργαλίδη τον Οκτώβριο του 1923, συνελήφθη και κρατήθηκε στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας, αλλά λίγες ημέρες αργότερα αφέθηκε ελεύθερος λόγω έλλειψης στοιχείων. Στις 24 Ιουλίου 1925, ύστερα από το Κίνημα Παγκάλου τον Ιούνιο του 1925, επανήλθε στη μόνιμη υπηρεσία με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου ως μηδέποτε αποστρατευθείς.

Στις 22 Οκτωβρίου 1932 προήχθη σε Πλοίαρχο και στις 23 Μαρτίου 1935 σε Υποναύαρχο. Στις 26 Δεκεμβρίου 1943 τέθηκε σε αυτεπάγγελτη αποστρατεία ως Αντιναύαρχος ε.α. Ωστόσο, στις 4 Σεπτεμβρίου 1946 ανακλήθηκε η αποστρατεία του, προήχθη σε Υποναύαρχο αναδρομικά από τις 31 Δεκεμβρίου 1943 και θεωρήθηκε ότι αποστρατεύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1944. Στις 15 Φεβρουαρίου 1963 του απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού. Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας, καθώς και σε επιτελικές και διοικητικές θέσεις. Φοίτησε στη Ναυτική Σχολή Πολέμου και έλαβε Πτυχίο Εξειδίκευσης Επιτελούς.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε επί του θωρακισμένου καταδρομικού ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΒΕΡΩΦ και έλαβε μέρος στις ναυμαχίες της Έλλης, στις 3 Δεκεμβρίου 1912, και της Λήμνου, στις 5 Ιανουαρίου 1913. Συμμετείχε, επίσης, στις λοιπές πολεμικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων της απελευθέρωσης της Λήμνου, στις 8 Οκτωβρίου 1912, της Ίμβρου, στις 18 Οκτωβρίου 1912, της Σαμοθράκης, στις 19 Οκτωβρίου 1912, της Τενέδου, στις 24 Οκτωβρίου 1912, της Χερσονήσου του Άθω, στις 2 Νοεμβρίου 1912, της Λέσβου, τον Νοέμβριο του 1912, της Καβάλας, στις 26 Ιουνίου 1913, και του Δεδεαγάτς, σημερινής Αλεξανδρούπολης, στις 11 Ιουλίου 1913.

Έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου, ως Κυβερνήτης των αντιτορπιλικών ΛΟΓΧΗ κατά τα έτη 1920–1921, ΙΕΡΑΞ το 1921 και ΝΙΚΗ το 1922. Κατά τον Μεσοπόλεμο διατέλεσε, με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου, Κυβερνήτης του βοηθητικού στόλου ΑΜΦΙΤΡΙΤΗ το 1925 και του αντιτορπιλικού ΑΕΤΟΣ το 1926, Διοικητής της Ναυτικής Αμυντικής Περιοχής Θεσσαλονίκης κατά τα έτη 1926–1927 και της Ναυτικής Σχολής Πολέμου κατά τα έτη 1928–1929, καθώς και Κυβερνήτης του εκπαιδευτικού ΑΡΗΣ το 1930.

Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως Γενικός Διευθυντής Ναυστάθμου το 1932, με τον βαθμό του Πλοιάρχου, και ως Διοικητής του Στολίσκου Αντιτορπιλικών κατά τα έτη 1932–1933 και 1933–1934, με τον βαθμό του Πλοιάρχου, καθώς και το 1935, με τους βαθμούς του Πλοιάρχου και του Υποναυάρχου. Κατά τα έτη 1935–1936 διατέλεσε Αρχηγός του Ελαφρού Στόλου με τον βαθμό του Υποναυάρχου. Τον Μάιο του 1935, ως Υποναύαρχος, υπήρξε Πρόεδρος του Η΄Εκτάκτου Στρατοδικείου, το οποίο δίκασε τους πολιτικούς που είχαν λάβει μέρος στο Κίνημα του Μαρτίου του 1935 υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Από το 1937 διατέλεσε Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, με τον βαθμό του Υποναυάρχου. Μέσα στη γενική σύγχυση που επικρατούσε τις ημέρες πριν από την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 1941, και μετά την παραίτηση του Υπουργού των Ναυτικών Ιπποκράτη Παπαβασιλείου, ανέλαβε αυτοβούλως την πολιτική ηγεσία του Ναυτικού. Η ενέργειά του επισημοποιήθηκε στις 20 Απριλίου 1941, ενώ παράλληλα ανέλαβε καθήκοντα Αντιπροέδρου στην κυβέρνηση του Εμμανουήλ Τσουδερού.

Στις 25 Απριλίου 1941, την παραμονή της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, αναχώρησε για την περιοχή του Άργους, όπου βρισκόταν το στρατηγείο του Βρετανού Στρατηγού Γουίλσον. Δύο ημέρες αργότερα έφθασε αεροπορικώς στη Σούδα και από εκεί στην Αλεξάνδρεια, στις 12 Μαΐου 1941, επιβαίνοντας στο αυστραλιανό συνοδό AUKLANT. Στη Μέση Ανατολή διατέλεσε Αρχηγός Στόλου κατά τα έτη 1941–1943, με τον βαθμό του Υποναυάρχου, διατηρώντας συγχρόνως τα καθήκοντα του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και του Υπουργού των Ναυτικών έως τις 4 Μαΐου 1942.

Εκλέχθηκε Βουλευτής Αττικοβοιωτίας κατά τα έτη 1946–1950 και 1950–1951, ως αρχηγός του Πανελλήνιου Εθνικού Κόμματος. Χρημάτισε Υπουργός Εφοδιασμού το 1947, στην κυβέρνηση του Κ. Τσαλδάρη, Υπουργός των Ναυτικών κατά τα έτη 1947–1948, στην κυβέρνηση του Θ. Σοφούλη, και Υπουργός Εθνικής Άμυνας κατά τα έτη 1951–1952, στην κυβέρνηση του Ν. Πλαστήρα.

Τιμήθηκε ως ακολούθως:

Στις 25 Φεβρουαρίου 1925 με το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας, επειδή «ἀναμφισβητήτως διεκρίθη ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ καὶ στρατιωτικἀξίἐν πολέμῳ».

Στις 27 Οκτωβρίου 1941 με τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ Τάξεως, ως Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός των Ναυτικών.

Στις 31 Αυγούστου 1946 με τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ Τάξεως, επειδή: «Διατελέσας Ἀρχηγὸς τοῦ ΓΕΝ κατὰ τὸν Πόλεμον 1940–1941, διηύθυνεν τὰς ἐπιχειρήσεις τοἙλληνικοῦ Ναυτικοῦ εἰς τὴν Ἀδριατικήν, ὡς καὶ τὰς μεταφορὰς ὑλικοῦ καὶ στρατοῦ εἰς τὰς λοιπὰς θαλάσσας, ὥστε νἐπιφέρῃ καίρια πλήγματα κατὰ τοἐχθροῦ καὶ νὰ διατηρήσῃ τὰς ἐπιστρατευθείσας δυνάμεις τοἜθνους εἰς πλήρη ἀπόδοσιν. Ὁμοίως, κατὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Στόλου ἐξ Ἑλλάδος, ἐτέθη ἐπικεφαλῆς τοῦ Ναυτικοῦ καὠργάνωσε τοῦτο κατὰ τὴν περίοδον τῆς συνεχίσεως τοἀγῶνος ἐν ΜέσἈνατολῇ, ἐπιτυχὼν τὴν ἐξαίρετον αὐτοῦ συμβολὴν εἰς τὴν νίκην τῶν συμμαχικῶν ὅπλων».

Στις 31 Αυγούστου 1946 με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων, επειδή: «Διατελέσας Ἀρχηγὸς τοῦ ΓΕΝ κατὰ τὴν προπολεμικὴν περίοδον, ὑπῆρξεν ὀργανώσας τὸ Ναυτικόν, ὥστε τοῦτο νὰ εὑρεθἑτοιμοπόλεμον εὐθὺς ὡς ἐκλήθη νὑπερασπίσἐπιτυχῶς τὰς ἑλληνικὰς θαλάσσας καὶ νἐπιφέρῃ καίρια πλήγματα κατὰ τῶν ἐχθρικῶν θαλασσίων συγκοινωνιῶν».

Την 1η Ιουλίου 1947 με τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας, επειδή: «Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἐν Ἑλλάδι (1940–1941), ὠργάνωσεν ἐπιτυχῶς τὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τὰς μεταφορὰς στρατοῦ καὑλικοῦ, κατὰ τὰς ἡμέρας δὲ τῆς καταρρεύσεως, ἐτέθη ἐπικεφαλῆς τοῦ Ναυτικοῦ καὶ συνέβαλε τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Στόλου ἐξ Ἑλλάδος διὰ τὴν συνέχισιν τοἀγῶνος ἐν ΜέσἈνατολῇ, ὅπου, ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὙπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐπέτυχε τὴν ταχίστην καὶ πλήρη ἀναδιοργάνωσιν τούτου, κατόπιν δὡς Ἀρχηγὸς Στόλου, συνέβαλεν εἰς τὸν ἐντατικὸν ἀγῶνα τοῦ Ναυτικοῦ, παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων, ἐπιδείξας πάντοτε ἐξαίρετον ἱκανότητα, ὑπέροχον ἠθικόν, θάρρος, ψυχραιμίαν καἀνωτέραν ἀντίληψιν καθήκοντος».

Υπήρξε πολυγραφότατος. Μεταξύ άλλων συνέγραψε τα ακόλουθα πονήματα:

  • Εγχειρίδιον Αρμενιστού (1915, 1937, 1958 και 1991).
  • Ιστορία του Πυροβολικού κατά την Δύσιν της Μεσαιωνικής Ημών Αυτοκρατορίας (1926), έργο που τιμήθηκε με έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών.
  • Η Θέσις της Ελλάδος εις τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον (1945).
  • Ταξιδεύοντας (1957).
  • Απ’ τις Γέφυρες και τα Καρρέ (1967).

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 1982.

Ο Στόλος μας