Υποναύαρχος Γεώργιος Πανάς ΠΝ

Διατελέσαντες Αρχηγοί ΓΕΝ

Ο Γεώργιος Πανάς γεννήθηκε στο Μάντσεστερ της Αγγλίας στις 3 Δεκεμβρίου 1875. Εισήλθε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στις 8 Σεπτεμβρίου 1890 και αποφοίτησε στις 19 Ιουλίου 1894 ως μάχιμος Σημαιοφόρος. Προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο στις 30 Ιουνίου 1899, σε Υποπλοίαρχο στις 29 Μαρτίου 1910, σε Υποπλοίαρχο Α΄ Τάξεως στις 29 Μαρτίου 1912, σε Πλωτάρχη στις 28 Σεπτεμβρίου 1913 και σε Αντιπλοίαρχο στις 13 Απριλίου 1915.

Την 1η Οκτωβρίου 1916 προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα και κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθως, προήχθη σε Πλοίαρχο στις 26 Δεκεμβρίου 1917. Στις 7 Νοεμβρίου 1920, ύστερα από τη Μεταπολίτευση του Νοεμβρίου του 1920, αποστρατεύθηκε ως Πλοίαρχος ε.α. Στις 7 Οκτωβρίου 1922, μετά την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922, επαναφέρθηκε στη μόνιμη υπηρεσία ως μηδέποτε αποστρατευθείς και, στη συνέχεια, προήχθη σε Υποναύαρχο στις 3 Σεπτεμβρίου 1926. Στις 15 Ιανουαρίου 1934 αποστρατεύθηκε, κατόπιν αιτήσεώς του, ως Αντιναύαρχος ε.α. Φοίτησε στη Σχολή Τορπιλών και έλαβε το αντίστοιχο πτυχίο εξειδίκευσης. Υπηρέτησε σε πλοία επιφανείας και σε επιτελικές θέσεις.

Έλαβε μέρος στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 επί του θωρηκτού ΣΠΕΤΣΑΙ. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υπηρέτησε ως Ύπαρχος του αντιτορπιλικού ΑΣΠΙΣ, με το οποίο συμμετείχε στις πολεμικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων της Ναυμαχίας της Λήμνου, στις 5 Ιανουαρίου 1913, καθώς και των επιχειρήσεων για την απελευθέρωση της Λέσβου, τον Νοέμβριο του 1912, και της Μοίρας Ιονίου τον Φεβρουάριο 1913.

Στη συνέχεια, διατέλεσε Κυβερνήτης του αντιτορπιλικού ΣΦΑΚΤΗΡΙΑ το 1913, με τον βαθμό του Υποπλοιάρχου Α΄ Τάξεως. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού υπηρέτησε ως Κυβερνήτης του θωρηκτού ΥΔΡΑ και ως Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων της Εθνικής Άμυνας, η οποία έδρευε επί του πλοίου. Παράλληλα, διατέλεσε Αρχιεπιστολέας του Υποναυάρχου Αρχηγού της Μοίρας Θεσσαλονίκης το 1917, με τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου.

Έλαβε, επίσης, μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως Κυβερνήτης του ελαφρού καταδρομικού ΕΛΛΗ το 1917, με τους βαθμούς του Αντιπλοιάρχου και του Πλοιάρχου, και κατά τα έτη 1918–1919, με τον βαθμό του Πλοιάρχου. Ακολούθως, διατέλεσε Διευθυντής Αεροπλοΐας Ναυτικού το 1919, με τον βαθμό του Πλοιάρχου. Έλαβε ενεργό μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως Κυβερνήτης του θωρηκτού ΛΗΜΝΟΣ κατά τα έτη 1919–1920, με τον βαθμό του Πλοιάρχου.

Στη συνέχεια, υπηρέτησε ως Ναυτικός Ακόλουθος στο Λονδίνο το 1920 και κατά τα έτη 1922–1925, με τον βαθμό του Πλοιάρχου, Διοικητής της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων κατά τα έτη 1925–1926, Επόπτης Ναυτικής Εκπαίδευσης το 1926 και Γενικός Διευθυντής του Ναυστάθμου Σαλαμίνας κατά τα έτη 1926–1927. Με τον βαθμό του Υποναυάρχου ανέλαβε καθήκοντα Αρχηγού Στόλου το 1928, Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού κατά τα έτη 1928–1931, Γενικού Επιθεωρητή Ναυτικού κατά τα έτη 1931–1932 και, εκ νέου, Γενικού Διευθυντή του Ναυστάθμου Σαλαμίνας κατά τα έτη 1932–1933.

Το 1927 υπήρξε, με τον βαθμό του Υποναυάρχου, μέλος του Ναυτικού Συμβουλίου για την αποσυμφόρηση της επετηρίδας, η οποία είχε διογκωθεί υπέρμετρα λόγω των διαδοχικών αποκαταστάσεων. Χρημάτισε Υπουργός των Ναυτικών και, συγχρόνως, Κρατικής Υγιεινής και Αντίληψης για μία ημέρα το 1933, στην κυβέρνηση του Α. Οθωναίου. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος το 1934, ως Αντιναύαρχος ε.α., και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του κατά τα έτη 1934–1939.

Υπήρξε μέλος της Επιτροπής Σύνταξης της Μεγάλης Στρατιωτικής και Ναυτικής Εγκυκλοπαίδειας, για τους τόμους 3–6, κατά τα έτη 1929–1930. Συνέγραψε με τον Γεώργιο – Σωκράτη Κρίτσα το έργο Βιβλίον Λεπτομερειών Διαιρέσεων, Απογραφής και Συντηρήσεως Αντιτορπιλικών το 1910.

Απεβίωσε στην Αθήνα στις 6 Αυγούστου 1939.

Ο Στόλος μας